3.07.2010

Οι ομιλίες στην Ημερίδα για την Ακαδημία Πλάτωνος

Η Επιτροπή Κατοίκων Ακαδημίας Πλάτωνα οφείλει ένα μεγάλο ευχαριστώ στους καθηγητές που συμμετείχαν στην Ημερίδα για την Ακαδημία του Πλάτωνος στον Παγκόσμιο Πολιτισμού και ο Χώρος στην Αθήνα του σήμερα». Ο στόχος της επιτροπής να αναδειχθεί ο χώρος της Ακαδημίας ως τόπος σημαντικός στην ιστορική διαδρομή και η αναγκαιότητα της ανάπλασης και όχι μιας απλής τακτοποίησης, θεωρούμε πως επιτεύχθηκε με τη βοήθεια και τη συνδρομή των ομιλούντων. Το ενδιαφέρον ήταν μεγάλο και μας πείθει πως το δίκαιο είναι με το μέρος μας. Ευχαριστούμε και όλους τους φορείς που ήρθαν, χαιρέτησαν, μίλησαν και άκουσαν τους προβληματισμούς. Θα σημειώσουμε την ηχηρή απουσία του δήμου Αθηναίων ο οποίος ουσιαστικά αρνήθηκε να λάβει μέρος σε μια επιστημονική ημερίδα, εμμένοντας στη στείρα πολιτική αντιπαράθεσης με πολίτες που αγωνίζονται για αυτό που η περιοχή δικαιούται. Την ανάπλαση.
Παρακάτω θα βρείτε μικρά αποσπάσματα των ομιλιών. Και στις επόμενες σελίδες δημοσιεύονται όλες οι ομιλίες στη 2η θεματική ενότητα. Καλή ανάγνωση και θα συναντηθούμε πάλι στους αγώνες για την πραγματική και ουσιαστική αναβάθμιση της Ακαδημίας Πλάτωνα.
Οι ομιλίες στην Ημερίδα μας
1η Θεματική ενότητα:
“Η Ακαδημία του Πλάτωνος στον παγκόσμιο πολιτισμό”
Βασίλης Καρασμάνης, καθηγητής τμήμα ΕΜΦΕ, ΕΜΠ
« Ο Πλάτων και η Ακαδημία».
«Τι ήταν η Ακαδημία του Πλάτωνα; Δεν ήταν ένα απλό σχολείο. Ήταν μια σχολή στην οποία γινόταν έρευνα σε όλους τους τομείς. Εκεί πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη επανάσταση των Μαθηματικών, ενοποιήθηκαν οι δυο τάσεις στα Μαθηματικά. (...) Η Ακαδημία ήταν ένα κέντρο πολιτικού προβληματισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί «μαθητές» διέπρεψαν αργότερα στην πολιτική, όπως ο Λέων ο Βυζάντιος. (...) Η Ακαδημία ήταν κέντρο έρευνας, προβληματισού και πολιτικής κριτικής. Δεν υπήρχε κάποιο δόγμα που υπηρετούσε. Γινόταν διάλογος (...).».
Γιώργος Κοντογιώργης, καθηγητής Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
«Το ζήτημα της Πολιτείας στον Πλάτωνα». **
«Σε αυτόν τον τόπο θεωρείται ακραίο αυτό που θα έπρεπε να μοιάζει φυσιολογικό. Για την Ακαδημία του Πλάτωνα θα έπρεπε να υπάρχουν παγκόσμιες φιλοδοξίες. (...) Όταν ήμουν πρύτανης υπέβαλλα μια πρόταση για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κέντρου της «Ακαδημίας» ως ζωντανό στοιχείο της παγκόσμιας κοινότητας. Δεν έγινε τίποτε. (...) Έκτοτε υπέβαλλα το συγκεκριμένο σχέδιο πέντε φορές σε ισάριθμους υπουργούς. Η απάντηση είναι καμία. Το σοβαρό πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε όραμα να σώσουμε και όχι να διαχειριστούμε το φημισμένο αυτό τόπο. Αν είχαμε όραμα θα απέδιδε και στην οικονομία. Οι φιλοδοξίες μας είναι μηδαμινές. Γιατί είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης επίκαιροι; Οι στοχασμοί τους ήταν σε ευθεία γραμμή με τα ζητήματα της εποχής τους, στα μεγάλα ζητήματα της πόλης. Ο στοχασμός του Πλάτωνα ήταν ένας διάλογος με την πραγματικότητα. (...) Ο προβληματισμός του ήταν πως να διακριθεί η (πολιτική) ηγεσία ώστε να μην κυριρχεί η αγορά (της οικονομίας) στην πολιτική αγορά».
Πέπη Ρηγοπούλου, καθηγήτρια Τμήμα ΕΜΜΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
«Παιδεία: Η ιστορική διαδρομή ενός δώρου».
«Είναι κοινός τόπος των ιστοριών της φιλοσοφίας και του πολιτισμού ότι οι σοφιστές δίδασκαν επί πληρωμή, ενώ ο Σωκράτης ασκούσε την παιδεία δωρεάν. Και ακόμη, ότι στο σημείο αυτό ο Πλάτων, από τη στιγμή που ίδρυσε την Ακαδημία, ακολούθησε το παράδειγμα του δασκάλου του. (...) Πιστεύω ότι ο τρόπος που ο Σωκράτης ασκούσε την παιδεία και με τον λόγο και με τη φωνή του και ο τρόπος με τον οποίο ο Πλάτωνας σκηνοθετεί φιλοσοφικά αυτά τα σωκρατικά μαθήματα στους διαλόγους έχουν να κάνουν με το είδος της παιδείας που ασκήθηκε για μια σχεδόν χιλιετία στην Ακαδημία, και παραδόθηκε στην μακρά ιστορική διάρκεια φτάνοντας ίσως, λέω ίσως, μέχρι και μας». (...) Αυτό το είδος της παιδείας που κάνει τον άνθρωπο να μην είναι ξετσίπωτος και συνεπώς τον κάνει ικανό για πολιτική ήταν το βαθύτερο έργο της πλατωνικής Ακαδημίας».

2η θεματική ενότητα
«Ανάπλαση-ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και της ευρύτερης περιοχής».
Σοφία Αυγερινού, καθηγήτρια Αρχιτεκτονική Σχολή, ΕΜΠ, αντιπρόεδρος ICOMOS μέλος του Διεθνούς Εκτελεστικού Συμβουλίου
«Η ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων στο σύγχρονο αστικό ιστό».
« (...)Τα πολεοδομικά εργαλεία που θεσπίστηκαν με το νομικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων , όπως για παράδειγμα η μεταφορά του Συντελεστή Δόμησης, ο Αστικός Αναδασμός, δεν έχουν κατά κανόνα ενεργοποιηθεί, ώστε να υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα ανάδειξης των αρχαιολογικών χώρων, με αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν άστοχοι χειρισμοί και η προωθούμενη πολεοδομική πρακτική συχνά χειρίζεται τους αρχαιολογικούς χώρους ως «εμπόδια» ή ως «κενούς» λειτουργικά χώρους, αδυνατώντας να τους εντάξει σε μια προοπτική βιώσιμης αστικής ανάπτυξης (…)Η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση: το ΥΠΠΟ-Τουρισμού αναγνωρίζει την ιστορικότητα, αλλά η πολεοδομική πρακτική του Δήμου Αθηναίων υιοθετεί πρακτικές εντατικής αστικής εκμετάλλευσης. (…)Η διευθέτηση των αρχαιολογικών χώρων αποτελεί ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό θέμα, που επιβάλλει μια ερμηνευτική και κριτική ανάλυση. Οι σύγχρονοι μελετητές οφείλουμε να οδηγήσουμε το χρήστη, τον κάτοικο της πόλης, ή τον επισκέπτη της, στην ανακάλυψη και στην ερμηνεία της ιστορικής μνήμης διαμέσου της περιήγησης και της παιδευτικής-ψυχαγωγικής διαδικασίας. Η αποκατάσταση των ιστορικών ενοτήτων στα πλαίσια της σύγχρονης πόλης αποκτά έτσι, λειτουργική και πολιτιστική σημασία. (…)Η ολοκλήρωση της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της πρωτεύουσας και η ενσωμάτωση σ’ αυτήν της Ακαδημίας Πλάτωνος, είναι θετικός στόχος στην κατεύθυνση ανάκτησης της συνοχής της πόλης στα πλαίσια της δημιουργικής ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και μιας δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ μιας πολιτιστικής πολιτικής και μιας πολιτικής βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. (…)ΠΡΟΤΑΣΗ Ένα συνολικό σχέδιο βιώσιμης (αειφόρου) αστικής διαχείρισης και ανάπτυξης, του οποίου ο φορέας να διαμορφωθεί στα πλαίσια του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου προγραμματικών συμβάσεων(Ν 1256/82 και 3463/06) μεταξύ ΟΤΑ , ΝΠΔΔ και δημοσίου .(...) Το Σχέδιο να περιλαμβάνει διεξοδική ανάλυση δεδομένων και αναγνώριση της ιστορικότητας, να υποδεικνύει κατευθύνσεις και ενέργειες στα νομοθετικά – διοικητικά, πολεοδομικά ,οικονομικά και κοινωνικά πεδία με την συναίνεση και την συμμετοχή των κατοίκων.
Βασίλης Γκανιάτσας, αναπληρωτής καθηγητής Αρχιτεκτονική Σχολή, ΕΜΠ
«Η Ακαδημία Πλάτωνος ως θέμα διαλόγου και αποθέματος αξιών».
«(...). Θέλω να τους ευχαριστήσω γιατί μας προσφέρουν αυτή τη διακοπή για αναστοχασμό, που μόνη είναι ικανή να διεισδύσει στην ουσία των πραγμάτων – οι φιλόσοφοι σίγουρα σε αυτήν την ενέργεια θα αναγνώριζαν την έννοια της ‘εποχής’ ( επί-έχω ) του Husserl, μιας χρήσιμης προσωρινής αποστασιοποίησης για τη μετάβαση από την αφέλεια της καθημερινής τριβής με τα πράγματα και τον κόσμο στην φαινομενολογική στάση που χαρακτηρίζεται από την εμπράγματη και συμπαγή συνειδητοποίηση των αξιών του συγκεκριμένου τόπου και της καθημερινότητας της ανθρώπινης ζωή γύρω απ αυτόν. (…)Αυτός ο τόπος σήμερα αναζητεί τα όριά του, όχι αναγκαστικά του αρχικού περιβόλου ή τα ευρύτερα όρια του φυσικού περιβάλλοντος – αφού τόσα πολλά συνέβησαν από τότε – αλλά πάντως το ελάχιστο – κάποια όρια που να τον τιμούν ως τόπο παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Η Ακαδημία Πλάτωνος δεν ζητά επαναφορά σε κάποια παρελθούσα ιστορική ή και μυθική στιγμή – ζητά απλά ένα τόπο και ένα τρόπο συνύπαρξης με τη σημερινή καθημερινή ζωή, των κατοίκων, των επισκεπτών, των περιπατητών. (…)Σε σχέση με την οντολογική υπόσταση ενός τόπου είναι άστοχες όλες οι προσπάθειες ανάπτυξης, ανάπλασης, διευθέτησης ή τακτοποίησης αν δεν συνδιαλέγονται με τα βασικά του χαρακτηριστικά. Θα έλεγα -για να γίνει πιο κατανοητό- ότι άστοχες μπορεί να είναι ακόμα και προσπάθειες ωραιοποίησης με περίτεχνες κηποτεχνικές εργασίες, με φοίνικες και πανσέδες που, παρόλο που μπορεί να δημιουργούν ένα ευχάριστο περιβάλλουν, τελικά αδιαφορούν για τον τόπο και τον αποκρύβουν κάτω από επιφανειακές ωραιοποιήσεις που για το λόγο αυτό τελικά είναι άκριτες επεμβάσεις. Το ζήτημα πέρα από ποσοτικό, πόσες χιλιάδες τετραγωνικά εμπορικού κέντρου πάνω, δίπλα και γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο, είναι και εξόχως ποιοτικό ‘ ανεξάρτητα δηλαδή από το μέγεθος οι επεμβάσεις και παρεμβάσεις πρέπει να θεωρούνται κυρίως μέσα από το ποιοτικό φίλτρο ‘συμβατές ή ασύμβατες’ με τη φυσιογνωμία και τις αξίες του συγκεκριμένου τόπου. (…)Ακόμα και η ανάπλαση ως όρος θα πρέπει να νοηθεί όχι ως επιβολή ενός συγκεκριμένου σχήματος αλλά ως ανάπλαση ενός υπάρχοντος τόπου και να επικεντρώνεται ως σχεδιαστική διαδικασία σε αυτό που αναπλάθεται συνδιαλεγόμενη με αυτό. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να σκεφτούμε από μέσα προς τα έξω, από τον αρχαιολογικό χώρο προς την περιβάλλουσα περιοχή αναγνωρίζοντας τα διαχρονικά όριά του, το ζωτικό του χώρο, τον αναγκαίο για την ανάδειξή του περιβάλλοντα χώρο, ώστε να μπορέσει να συνυπάρξει με τους δικούς του όρους , όπως άλλωστε το θέλουμε, εξίσου με όλες τις άλλες αξίες που εκτιμούμε, θέλουμε και αγωνιζόμαστε γι’ αυτές.
Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια Αρχιτεκτονική σχολή, ΕΜΠ.
«Ακαδημία Πλάτωνος και ευρύτερη περιοή: Τακτοποίηση η ανάπλαση;»
“ (..) Εδώ και πολλούς μήνες η Επιτροπή Κατοίκων της Ακαδημίας Πλάτωνος έχει κινητοποιηθεί για να σταματήσουν οι παράνομες οικοδομικές δραστηριότητες (κτίριο Υπηρεσιών Νομαρχίας και κτίριο γραφείων της εταιρίας ΑΚΤΩΡ). Οι πιέσεις οδήγησαν τον Δήμο Αθηναίων στην αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και στην κατάθεση από τη Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως του Τμήματος Πολεοδομικών Μελετών «Μελέτης Πολεοδομικού Ανασχεδιασμού της γειτονιάς Ακαδημίας Πλάτωνος και της περιοχής που περιβάλλει τη γειτονιά και το αρχαιολογικό άλσος στο 4ο Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων». (…) Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει αναδείξει τον χώρο πλην της Πρωτοελλαδικής Οικίας και της Ιεράς Οικίας Γεωμετρικής Εποχής. Δεν υπάρχουν ούτε καν επιγραφές στους άλλους ανασκαφέντες χώρους (…)Η μελέτη στηρίζεται στην εφαρμογή του Ρυμοτομικού Σχεδίου 1968, πλήρως αναντίστοιχου με τα σημερινά δεδομένα. Αποδέχεται την οικοδόμηση του Μουσείου της Πόλης των Αθηνών εντός του Αρχαιολογικού Άλσους, πράγμα που απαγορεύεται γιατί ο χώρος είναι χαρακτηρισμένος πράσινος. Εντάσσει στις περιοχές που μπορούν να οικοδομηθούν το οικόπεδο της εταιρίας ΑΚΤΩΡ, ενώ αποτελεί καταφανώς τμήμα του αρχαιολογικού χώρου, όπως άλλωστε προβλέπει το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. (...) Η μελέτη του Δήμου Αθηναίων αποτελεί μια τακτοποίηση πλήρως προσαρμοσμένη στην υπάρχουσα κατάσταση. Δεν ενδιαφέρεται για τη διεύρυνση των ορίων του Αρχαιολογικού Άλσους, για τη διαμόρφωση της περιβάλλουσας περιοχής ώστε τα όρια επαφής της με τον αρχαιολογικό χώρο να αρμόζουν στη θέση της και δεν συνδέει το άλσος με το ευρύτερο δίκτυο των ενοποιημένων αρχαιολογικών χώρων (Δημόσιο Σήμα, Κεραμεικός και Ιππείος Κολωνός ). Όσον αφορά τον σχεδιασμό της ίδιας της γειτονιάς είναι και αυτός εξαιρετικά προβληματικός. (...) Προκύπτει ανάγλυφα η διαφορά μεταξύ «τακτοποίησης» και «ανάπλασης» και η ανάγκη να επιλεγεί και θεσμικά ο δεύτερος δρόμος , ώστε μέσα από τον ανασχεδιασμό να διευρυνθεί και αναδειχθεί το Αρχαιολογικό Άλσος και να αποκτήσει η περιβάλλουσα γειτονιά τις αναγκαίες κοινωνικές υποδομές αλλά και τη χωρική μορφή που αρμόζει στη θέση της. Άλλωστε και η Επιτροπή Κατοίκων της Ακαδημίας Πλάτωνος αναγνωρίζει και προβάλλει τον υπερτοπικό και παγκόσμιο χαρακτήρα του συγκεκριμένου τόπου.
Εργασία φοιτητών Αρχιτεκτονικής Σχολής, ΕΜΠ: Ελένη Γιακουμάκη, Αφροδίτη Σταθοπούλου, Χρήστος Φόντος
«Ιδεολογία, Μνήμη, Σχεδιασμός. Τρία πρόσωπα εξερευνούν το σύγχρονο αστικό ιστό και τις πρότερες εικόνες του».
«(...) Συστήνονται τρεις πρακτικές, τρία πρόσωπα με διαφορετικό πλαίσιο αναφορών: Ο περιπατητής που, σύμφωνα με την ιδεολογία του, εξερευνά το σχήμα του αστικού ιστού αισθητηριακά. Ο μελετητής που αναλύει, αξιολογεί και επιλέγει στοιχεία που συνθέτουν τη συλλογική μνήμη. Και ο σχεδιαστής που συνθέτει με εργαλείο τα παραπάνω τις στρατηγικές και τις δομές που τελικά διαμορφώνουν το χώρο. (...)Στα θραύσματα που καλύπτονται ή φανερώνονται αποσπασματικά απ’ τη σημερινή πόλη- τα όρια είναι αυστηρά σχηματοποιημένα. Σ’ όλη την υπερκείμενη χάραξη μεταξύ Κεραμεικού και Ακαδημίας Πλάτωνος, που καλύπτει το Δημόσιο Σήμα, απαντώνται αρχαίες τοπογραφίες ως αποσπασματικά ευρήματα ανάμεσα στις πυκνοδομημένες πολυκατοικίες. Η σύγχρονη πόλη ρηγματώνεται με δικούς της όρους. Το όλον εδώ οριοθετεί(...)

** Παρακάτω θα βρείτε όλες τις ομιλίες στη 2η θεματική ενότητα




Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟ
Η περίπτωση της Ακαδημίας Πλάτωνος

Σοφία Αυγερινού-Κολώνια, Καθηγήτρια ΕΜΠ


Κατατίθενται τέσσερα σημεία προβληματισμού για το ζήτημα της ένταξης των αρχαιολογικών χώρων στη ζωή της σύγχρονης Αθήνας.

Σημείο πρώτο: Σύγχρονη Αθήνα: μία νέα πόλη πάνω σε Παλιές

Η ιστορία είναι παντού παρούσα και η ίδια η πόλη την αποκαλύπτει μέσα από τους μετασχηματισμούς και τις επεκτάσεις στα πλαίσια της μεταπολεμικής υπερεκμετάλλευσης και αστικοποίησής της. Τα ιστορικά κατάλοιπα αποκαλύπτονται, από τις εργασίες θεμελίωσης των απαιτούμενων για τη λειτουργία των σύγχρονων κατασκευών της πόλης, ή ενσωματώνονται κατά τις επεκτάσεις της.

Σημείο δεύτερο: Οι αρχαιολογικοί χώροι αποτελούν εμπόδια και λειτουργικά κενά για την εφαρμοζόμενη πολεοδομική πρακτική.

Τα πολεοδομικά εργαλεία που θεσπίστηκαν με το νομικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων , όπως για παράδειγμα η μεταφορά του Συντελεστή Δόμησης, ο Αστικός Αναδασμός, δεν έχουν κατά κανόνα ενεργοποιηθεί, ώστε να υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα ανάδειξης των αρχαιολογικών χώρων, με αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν άστοχοι χειρισμοί και η προωθούμενη πολεοδομική πρακτική συχνά χειρίζεται τους αρχαιολογικούς χώρους ως «εμπόδια» ή ως «κενούς» λειτουργικά χώρους, αδυνατώντας να τους εντάξει σε μια προοπτική βιώσιμης αστικής ανάπτυξης
Επιπλέον δεν διαμορφώνεται σύγκλιση μεταξύ πολεοδομικού σχεδιασμού και πολιτικής προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως αποδεικνύεται από τον τελικό χειρισμό πολλών παραδειγμάτων από το κέντρο της Αθήνας και όπως συμβαίνει με την Ακαδημία Πλάτωνος

Σημείο τρίτο: Η σύγχυση για το αντικείμενο προστασίας:τι προστατεύεται και ποιος, τελικά, το προστατεύει;
Διεθνή κείμενα όπως η Χάρτα της Βενετίας, η Σύμβαση της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, η Σύμβαση της Γρανάδας, που διατυπώθηκαν από ειδικούς στο πλαίσιο διεθνών, κυβερνητικών και μη, οργανισμών εισάγουν την έννοια της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, όπου συμπεριλαμβάνονται:
• τα μνημεία,
• τα αρχιτεκτονικά σύνολα και
• οι τόποι, ως σύνθετα έργα των ανθρώπων και της φύσης
Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα κείμενα αυτά αναγνωρίζουν πως η έννοια του ιστορικού μνημείου δεν καλύπτει μόνο το μεμονωμένο αρχιτεκτονικό έργο, αλλά και την ευρύτερη αστική ή αγροτική τοποθεσία, όπου αυτό εντάσσεται, μαρτυρώντας έναν ιδιαίτερο πολιτισμό ή ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό μάλιστα ισχύει όχι μόνο για τις μεγάλες δημιουργίες, αλλά και τα ταπεινά έργα, που απέκτησαν με τον καιρό πολιτιστική σημασία.
.
Η Ελλάδα στο σημείο αυτό παραθέτει μία ασαφή, ανεπαρκή και συγκεχυμένη νομοθεσία (Ν.3028/02 Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς) που δεν αρκεί για την αντιμετώπιση την οργανικής ενσωμάτωσής των υλικών και άυλων πολιτιστικών αγαθών σε μια πολιτική βιώσιμης προστασίας και ανάπτυξης.
Η νομοθεσία της προστασίας δεν συνδέεται επιπλέον με τα πολεοδομικά εργαλεία, που έχουν εισαχθεί από τον ΓΟΚ και τους Ν.2508/97 (Βιώσιμη ανάπτυξη Πόλεων και Οικισμών) Ν.2742/99 (Χωροταξικός Σχεδιασμός και Αειφόρος Ανάπτυξη)..
Από τις παράλληλες αρμοδιότητες των βασικών φορέων προστασίας, δημιουργείται περαιτέρω σύγχυση ,ενώ απουσιάζουν οι αναγκαίοι συντονισμοί που απαιτούνται κατά τις ενέργειες προστασίας.
Η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση: το ΥΠΠΟ-Τουρισμού αναγνωρίζει την ιστορικότητα, αλλά η πολεοδομική πρακτική του Δήμου Αθηναίων υιοθετεί πρακτικές εντατικής αστικής εκμετάλλευσης


Σημείο τέταρτο: Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομική πλευρά του ζητήματος

Το πρόβλημα του χειρισμού των αρχαιολογικών χώρων έχει λοιπόν δύο αναπόσπαστες μεταξύ τους πλευρές: την αρχιτεκτονική και την πολεοδομική.
• Η διευθέτηση των αρχαιολογικών χώρων αποτελεί ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό θέμα, που επιβάλλει μια ερμηνευτική και κριτική ανάλυση. Οι σύγχρονοι μελετητές οφείλουμε να οδηγήσουμε το χρήστη, τον κάτοικο της πόλης, ή τον επισκέπτη της, στην ανακάλυψη και στην ερμηνεία της ιστορικής μνήμης διαμέσου της περιήγησης και της παιδευτικής-ψυχαγωγικής διαδικασίας. Η αποκατάσταση των ιστορικών ενοτήτων στα πλαίσια της σύγχρονης πόλης αποκτά έτσι, λειτουργική και πολιτιστική σημασία.
• Οι ενότητες αυτές είναι αναγκαίο πλέον να ενταχθούν στις παρεμβάσεις μητροπολιτικής σημασίας της πόλης. Η ολοκλήρωση της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της πρωτεύουσας και η ενσωμάτωση σ’ αυτήν της Ακαδημίας Πλάτωνος, είναι θετικός στόχος στην κατεύθυνση ανάκτησης της συνοχής της πόλης στα πλαίσια της δημιουργικής ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και μιας δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ μιας πολιτιστικής πολιτικής και μιας πολιτικής βιώσιμης αστικής ανάπτυξης.


ΠΡΟΤΑΣΗ

Ένα συνολικό σχέδιο βιώσιμης (αειφόρου) αστικής διαχείρισης και ανάπτυξης, του οποίου ο φορέας να διαμορφωθεί στα πλαίσια του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου προγραμματικών συμβάσεων(Ν 1256/82 και 3463/06) μεταξύ ΟΤΑ , ΝΠΔΔ και δημοσίου .
Το Σχέδιο να περιλαμβάνει διεξοδική ανάλυση δεδομένων και αναγνώριση της ιστορικότητας, να υποδεικνύει κατευθύνσεις και ενέργειες στα νομοθετικά – διοικητικά, πολεοδομικά ,οικονομικά και κοινωνικά πεδία με την συναίνεση και την συμμετοχή των κατοίκων.

Οι ενέργειες που αναλαμβάνονται θα πρέπει να εγγράφονται σε ένα συνολικό σχέδιο βιώσιμης (αειφόρου) αστικής διαχείρισης και ανάπτυξης, που θα πρέπει:

• να βασίζεται στο σεβασμό των περιβαλλοντικών αξιών

• να συνεκτιμά τις προβλεπόμενες επιπτώσεις από την αστικοποίηση, τη συγκέντρωση υπηρεσιών και τουρισμού,

• να οριοθετεί τέλος χρήσεις και δραστηριότητες στη βάση ενός συστήματος δεικτών για την πρόληψη των κινδύνων συγκέντρωσης, πίεσης, υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας της Συνοικίας Ακαδημία Πλάτωνος.

Στο επίπεδο της πολεοδομίας να εφαρμοστεί το άρθρο 15 του 2508/97 και να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί σχετική μελέτη.

_____________

Η ‘Ακαδημία Πλάτωνος’ ως Θέμα Διαλόγου και Απόθεμα Αξιών:
Ζητήματα θεωρητικής ερμηνείας και σχεδιαστικής διαχείρισης

Βασίλης Γκανιάτσας, Αν. Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ
Διευθυντής Τομέα Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού
ΕΜΠ – Σχολή Αρχιτεκτόνων, Πατησίων 42, Τηλ. 2107723359, email: vgan@central.ntua.gr

1. Η σημερινή συγκυρία
Το θέμα της σημερινής ημερίδας, έτσι όπως είναι διατυπωμένο, νομίζω ότι δηλώνει και αποτυπώνει εύστοχα το μείζον χωρικό και κοινωνικό ζήτημα της περιοχής της Ακαδημίας Πλάτωνος. Μια περιοχή με συγκεκριμένη διαχρονική υπόσταση, η Ακαδημία Πλάτωνος, ως τόπος με οντολογικό περιεχόμενο και ενσωματωμένες χωρικές και πολιτισμικές αξίες, που όμως σήμερα τείνει να θεωρείται ως υπόλοιπο του πολεοδομικού ιστού, ως εμπόδιο της ανάπτυξης, ως διαθέσιμος χώρος για εκμετάλλευση. Αυτή τη διάκριση τόπου και χώρου θέλω να τονίσω και να εισηγηθώ την αναθεώρηση της περιοχής της Ακαδημίας του Πλάτωνα ως τόπου και ως μνημείου με παγκόσμια σημασία και απήχηση ακριβώς λόγω αυτής της ιδιότητάς του ως τόπου.

2. Η δημιουργία της συγκυρίας – συν-καιρίας
Θέλω να τονίσω και ένα σημείο που αφορά την δημιουργία της σημερινής συγκυρίας, γιατί δεν πρόκειται για συγκυρία, δηλαδή τυχαία συνεύρεση αλλά συν-καιρία, ένα κατάλληλο χρόνο να συζητήσουμε ένα σημαντικό θέμα. Το καίριο γεγονός δηλαδή ότι κάποιοι συμπολίτες μας, κάτοικοι, μέλη του δημοτικού συμβουλίου, πολίτες μπόρεσαν να ξεπεράσουν την καθημερινή αδράνεια και την αφέλεια να αφήνει το χρόνο να κυλά – σαν να ήταν ουδέτερος ενώ είναι φορτισμένες από αλλότριες προθέσεις και βλέψεις – και να σταματήσουν αυτή τη ροή και να αναρωτηθούν τι επιτέλους συμβαίνει με αυτό τον αρχαιολογικό χώρο, με αυτόν τον πολιτισμικό τόπο, με αυτή την περιοχή κατοίκησης.
Θέλω να τους ευχαριστήσω γιατί μας προσφέρουν αυτή τη διακοπή για αναστοχασμό, που μόνη είναι ικανή να διεισδύσει στην ουσία των πραγμάτων – οι φιλόσοφοι σίγουρα σε αυτήν την ενέργεια θα αναγνώριζαν την έννοια της ‘εποχής’ ( επί-έχω ) του Husserl, μιας χρήσιμης προσωρινής αποστασιοποίησης για τη μετάβαση από την αφέλεια της καθημερινής τριβής με τα πράγματα και τον κόσμο στην φαινομενολογική στάση που χαρακτηρίζεται από την εμπράγματη και συμπαγή συνειδητοποίηση των αξιών του συγκεκριμένου τόπου και της καθημερινότητας της ανθρώπινης ζωή γύρω απ αυτόν.
Σε αυτή τη φαινομενολογική ‘εποχή’ που δημιουργεί η σημερινή συν-καιρία θέλω να συμβάλλω.

3. Ο τόπος της Ακαδημίας Πλάτωνος

Ας δούμε συνοπτικά κάποια σημεία της ιστορικής πορείας ενός τόπου που μας έφερε όλους εδώ προκειμένου να συμβάλλουμε στη μελλοντική του διαχείριση.
- Τόπος εύφορος – λόγω του Κηφισού – και πρόσφορος για κατοίκηση. Αδιάψευστοι ενδεικτικοί μάρτυρες παρόντες και σήμερα η πρωτοελλαδική οικία που έλαβε μυθικές διαστάσεις ως ‘η οικία του Ακάδημου’ και η γεωμετρική οικία του 8ου αιώνα. Ταυτόχρονα – λόγω της κατοίκησης – τόπος με πολλά ιερά και πολλές λατρείες που συνυπήρχαν στον ίδιο τόπο .
- Ο Ιππίας κάποια στιγμή συνενώνει τις διάσπαρτες στην περιοχή λατρείες σε ένα περίβολο, που οριοθετεί την περιοχή. Είναι σημαντικό ότι η άυλη υπόσταση της περιοχής αποκτά μέσω της δημιουργίας των υλικών ορίων διακριτή οντολογική ταυτότητα. Αυτή η περιοχή που έχει οντολογική υπόσταση και όρια συνδέεται με το άστυ με ένα ομφάλιο λώρο μήκους 1,5 χιλιομέτρων, το δημόσιο σήμα.
- Ο Κίμωνας αναδεικνύει τη διακριτή του ταυτότητα με φυτεύσεις, που το καθιστούν ιερό άλσος.
- Στην περιοχή, λόγω του φυσικού και του πολιτισμικού της χαρακτήρα ιδρύονται πολλές μικρές φιλοσοφικές σχολές σε μικρά κτίσματα με κήπους.
- Μια από αυτές τις σχολές έμελλε να μεγαλώσει, να κυριαρχήσει στο δημόσιο βίο της Κλασικής Αθήνας και να εγγραφεί στον παγκόσμιο πολιτισμό ως η πρώτη φιλοσοφική σχολή – αυτή ήταν η Ακαδημία του Πλάτωνα
Αυτός ο τόπος σήμερα αναζητεί τα όριά του, όχι αναγκαστικά του αρχικού περιβόλου ή τα ευρύτερα όρια του φυσικού περιβάλλοντος – αφού τόσα πολλά συνέβησαν από τότε – αλλά πάντως το ελάχιστο – κάποια όρια που να τον τιμούν ως τόπο παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Η Ακαδημία Πλάτωνος δεν ζητά επαναφορά σε κάποια παρελθούσα ιστορική ή και μυθική στιγμή – ζητά απλά ένα τόπο και ένα τρόπο συνύπαρξης με τη σημερινή καθημερινή ζωή, των κατοίκων, των επισκεπτών, των περιπατητών.


4. Ο τόπος της Ακαδημίας Πλάτωνος ως θέμα διαλόγου

Θα προσέξατε ίσως ότι αποδίδω ένα είδος βιταλισμού στον χώρο, σαν να είναι ζωντανός και να διεκδικεί την ύπαρξή του. Και βέβαια ο τόπος δεν έχει φωνή για να διεκδικεί αλλά εγώ μεταφορικά και προσωποποιητικά θέλω να εισηγηθώ ότι έτσι πρέπει να τον θεωρήσουμε, αν θέλουμε ένα χρήσιμο διάλογο μαζί του ώστε να βρεθεί ένας τρόπος συνύπαρξης μαζί του.
Ξεκαθαρίζω αμέσως τις δύο έννοιες – του ζωνταντού τόπου και του διαλόγου.
Για την πρώτη έννοια, τον τόπο ως υποστασιοποίηση μιας διαχρονικής οντότητας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και άρα συγκεκριμένες αντιστάσεις σε άκριτες θεωρήσεις και παρεμβάσεις, η ιστορία μας οδηγεί σε όλη τη γνωστή ιστορία της ανθρωπότητας, στην ιερότητα των χώρων και την πολιτισμική ταύτιση των κοινωνιών με αυτούς. Οι Ρωμαίοι έλεγαν για τις ιδιότητες αυτών των τόπων ότι διακατέχονταν από ένα πνεύμα – το πνεύμα του τόπου που το αποκαλούσαν genius loci. Αυτή την έννοια του πνεύματος δεν θέλω να τη συνδέσετε με κάτι μεταφυσικό, γιαυτό ανέφερα τους πρακτικούς Ρωμαίους και όχι κάποια μυστικιστική τελετουργία σαμάνων. Το πνεύμα του τόπου ήταν κάτι συγκεκριμένο, αναγνωρίσιμο και χειροπιαστό αν και όχι πλήρως διατυπώσιμο στη γλώσσα ως σύνολο ιδιοτήτων. Αντιπροσώπευε την φυσιογνωμία και τις ενσωματωμένες αξίες ενός τόπου που διέφερε από τον υπόλοιπο κατοικημένο και φυσικό χώρο αλλά και από άλλους τόπους. Ο Αρχιτέκτονας Αριστομένης Προβελέγγιος έγραψε για το πνεύμα της πόλης κατά ανάλογο τρόπο για να αποδώσει την οντότητα της πόλης πέρα από τα επιμέρους αναλυτικά περιγράψιμα στοιχεία. Ο επίσης αρχιτέκτονας Christian Norberg-Schulz έγραψε για το genius loci σε μια προσπάθεια να αρθρώσει μια φαινομενολογική θεωρία της αρχιτεκτονικής ως ιστορίας του κτίζειν τόπους αφού πρώτα απογοητεύτηκε από τη δεκάχρονη προσπάθειά του να εντοπίσει – κυριολεκτικά να αγκυρώσει δηλαδή σε τόπους τις αρχιτεκτονικές αξίες, όπως αποτυπώνεται στο έργο του ‘προθέσεις στην αρχιτεκτονική ( intentions in architecture). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι αυτές οι αξίες των τόπων που αγαπάμε, που συγκροτούν τη μνήμη και την ταυτότητά μας δεν μπορούν να περιγραφούν αναλυτικά, δεν μπορούν να απομειωθούν σε λεκτικές περιγραφές. Αυτή ίσως είναι η μοίρα αλλά και ο ρόλος των τεχνών – να διατυπώνουν στο ιδιότυπο λόγο τους αυτό που δεν μπορεί να διατυπωθεί αλλιώς και σίγουρα δεν μπορεί να διατυπωθεί λεκτικά. Η αρχιτεκτονική ως δημιουργός, ερμηνευτής και αναδημιουργός τόπων αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση τέχνης, ίσως της πιο δημόσιας και πλέον συνδεδεμένης με την καθημερινή ζωή μας.
Ενας άλλος διάσημος αρχιτέκτονας που μίλησε για τις μη διατυπώσιμες ( όχι άφατες, μιλάμε μια χαρά γι αυτές και συνεννοούμαστε - απλά δεν μπορούμε να τις γράψουμε σε αναλυτική γλώσσα μηχανής ) είναι ο Louis Kahn. O Κahn έδειχνε στους σπουδαστές της αρχιτεκτονικής εικόνες από τούβλινες κατασκευές που αποτέλεσαν θαυμαστά έργα αρχιτεκτονικής και στο τέλος έπιανε ένα πραγματικό τούβλο και έλεγε – ‘ ακόμα και αυτό το τούβλο θέλει να γίνει κάτι και όπως είδατε μπόρεσε πολλές φορές να γίνει κάτι - κάτι περισσότερο από αυτή την εικόνα του’. Με αυτή την παραβολή τόνιζε με εναργή τρόπο ότι ο τόπος είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα υλικά στοιχεία που τον αποτελούν και για το λόγο αυτό συνιστούμε πριν από οποιαδήποτε αρχιτεκτονική ή πολεοδομική επέμβαση δεν πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο τι θέλουμε να κάνουμε εμείς σε ένα τόπο αλλά παράλληλα και τι θα ήθελε αυτός ο τόπος να γίνει. Ο τόπος δεν είναι αδρανής χώρος με μόνο χαρακτηριστικό τη διαθέσιμη έκταση, την αξία γης και την εγγύτητα σε υπερτοπικούς άξονες αλλά μια ενότητα με οντολογική ταυτότητα, με δικά της ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Αναφέροντας αυτή τη διαντίδραση των δικών μας προθέσεων και αυτών του τόπου οδηγούμαστε στη δεύτερη έννοια που θέλω να ξεκαθαρίσω, αυτή του διαλόγου.
Η ευρέως διαδεδομένη άποψη, ακόμα και μεταξύ των ειδικών, είναι ότι ο διάλογος – με πρότυπο αυτό των Πλατωνικών διαλόγων – είναι μια σειρά ερωταποκρίσεων και μια κοινωνική ανταλλαγή απόψεων με σκοπό τη συναίνεση, τη συμφωνία ή τον συμβιβασμό για ένα ζήτημα. Με δυο λόγια ο διάλογος γίνεται μεταξύ δύο ανθρώπων διαλεγομένων.
Σε αντίθεση με αυτή την άποψη θέλω να υποστηρίξω ότι ο διάλογος δεν είναι η συνομιλία μεταξύ των ανθρώπων αλλά η συνομιλία των ανθρώπων με ένα ζήτημα, αυτό που στον διάλογο ‘Σοφιστής’ ο Σωκράτης ονομάζει ‘διαλεκτόν’. Δηλαδή, τα συνδιαλεγόμενα μέρη είναι το ‘διαλεκτόν’ και οι άνθρωποι όχι οι άνθρωποι μεταξύ τους.
Νομίζω ότι οι συνέπειες αυτής της νοηματικής μεταστροφής είναι μεγάλες. Ο διάλογος – σαν αυτόν που άρχισε με θέμα την Ακαδημία Πλάτωνος και συνεχίζουμε εμείς σήμερα – δεν αφορά μόνο την μεταξύ μας συμφωνία, συναίνεση ή συμβιβασμό σχετικά με ένα χώρο που θεωρείται αντικείμενο του διαλόγου. Αν θεωρήσουμε ότι η Ακαδημία Πλάτωνος είναι το διαλεκτόν αυτού του διαλόγου τότε ο συγκεκριμένος τόπος βάζει τα δικά του όρια ανοχής, συμβατότητας και φέρουσας ικανότητας για το τι μπορεί να γίνει και τι όχι. Ακόμα και αν εμείς συμβιβαζόμαστε σε κάποιο σχήμα ανάπτυξης πάλι θα υπήρχε το πρόβλημα αν αυτό το σχήμα ανάπτυξης είναι συμβατό με τον τόπο – και το ζήτημα αυτό το θέτει ό ίδιος ο τόπος -μέσα από τη δική μας φωνή, είναι αλήθεια- αλλά είναι δικός του λόγος- με τη διπλή σημασία της έννοιας λόγος - δική του νομοτέλεια και δική του εκφορά αυτής της νομοτέλειας στη γλώσσα.
Σε σχέση με την οντολογική υπόσταση ενός τόπου είναι άστοχες όλες οι προσπάθειες ανάπτυξης, ανάπλασης, διευθέτησης ή τακτοποίησης αν δεν συνδιαλέγονται με τα βασικά του χαρακτηριστικά. Θα έλεγα -για να γίνει πιο κατανοητό- ότι άστοχες μπορεί να είναι ακόμα και προσπάθειες ωραιοποίησης με περίτεχνες κηποτεχνικές εργασίες, με φοίνικες και πανσέδες που, παρόλο που μπορεί να δημιουργούν ένα ευχάριστο περιβάλλουν, τελικά αδιαφορούν για τον τόπο και τον αποκρύβουν κάτω από επιφανειακές ωραιοποιήσεις που για το λόγο αυτό τελικά είναι άκριτες επεμβάσεις. Το ζήτημα πέρα από ποσοτικό, πόσες χιλιάδες τετραγωνικά εμπορικού κέντρου πάνω, δίπλα και γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο, είναι και εξόχως ποιοτικό ‘ ανεξάρτητα δηλαδή από το μέγεθος οι επεμβάσεις και παρεμβάσεις πρέπει να θεωρούνται κυρίως μέσα από το ποιοτικό φίλτρο ‘συμβατές ή ασύμβατες’ με τη φυσιογνωμία και τις αξίες του συγκεκριμένου τόπου.


5. Το απόθεμα αξιών του τόπου της Ακαδημίας Πλάτωνος

Αν και μέχρι τώρα υπερασπιζόμαστε την έννοια του τόπου ως μια ολιστική αναφορά σε ένα σύνολο ποιοτήτων είναι χρήσιμο να αναφέρουμε κάποιες από τις αξίες του – ειμή μόνο για να αποδειχτεί ότι όσο και ανοιχτό να είναι το σχήμα που περιγράφει τις αξίες αυτές – αδυνατεί να συλλάβει τον τόπο ως συμπαγή οντότητα. Εξάλλου, είπαμε ότι μάλλον είναι δύσκολο να διατυπωθεί λεκτικά όχι άφατο – άρα μπορούμε να μιλάμε για αυτές τις αξίες και να φωτίζουμε τον τόπο ακόμα και αν αναγνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να τον εξαντλήσουμε.
Σύμφωνα με την Σύμβαση της Γρανάδας του 1985, που από το 1992 είναι μέρος του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, αλλά και τη Χάρτα Burra για την αρχαιολογική κληρονομιά, που δεν έχει κυρωθεί από την Ελληνική Πολιτεία, η Ακαδημία Πλάτωνος κατέχει σε υψηλό μέχρι και υπέρτατο βαθμό σχεδόν όλες τις αξίες των μνημείων που καταγράφει ο Β. Feilden .
1. Συγκινησιακές ( θαυμασμός, ταυτότητα, ιστορική συνέχεια, πνευματική και συμβολική, ιερότητα )
2. Πολιτιστικές ( αξία τεκμηρίου, ιστορική αξία, αρχαιολογική αξία και αξία συμβόλου, αρχιτεκτονική αξία, αξία αστικού τοπίου, φυσικού τοπίου και οικολογική αξία, επιστημονική αξία)
3. Χρηστικές ( λειτουργική, κοινωνική και πολιτική )
Και μόνο με αυτή τη συγκομιδή αξιών η Ακαδημία Πλάτωνος θα ήταν από τους πλέον κατάλληλους τόπους για χαρακτηρισμό ως ‘Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς’, και ίσως να είναι μια καλή ιδέα – την εισηγούμαι και δεσμεύομαι να δουλέψω γι αυτό - ώστε να τύχει της παγκόσμιας προσοχής και αναγκαστικά μετά και της δικής μας προσοχής .

6. Διαχείριση των αξιών μέσω από διαλεκτικό σχεδιασμό

Μιλώντας για αξίες, οδηγούμαστε πάλι στο ζητούμενο, στο συγκεκριμένο και συμπαγή αξιών τόπο που υπερβαίνει τα θεωρητικά σχήματα γι αυτόν. Οι αξίες αυτές δεν είναι θεωρητικές γενικεύσεις αλλά παρουσιάζονται - έχουν πραγματική παρουσία - στον σημερινό ορίζοντα και διεκδικούν μερίδιο από τη ζωή μας. Τις αξίες του αρχαιολογικού χώρου και πολιτισμικού τόπου της Ακαδημίας Πλάτωνος δεν τις διεκδικούμε ως ιστορικά τεκμήρια και αρχαιολογικά αντικείμενα αλλά ως πολιτισμικά συγκείμενα της σημερινής πραγματικότητας. Αυτή η διεκδίκηση έχει κόστος γιατί διεκδικεί το χώρο της πόλης και ανταγωνίζεται τα οικονομικά χαρακτηριστικά του. Σε αντίθεση με τα μουσεία που τα κατασκευάζουμε όπου θέλουμε και κατασκευάζοντάς τα κατασκευάζουμε και άλλοθι για την απώλεια των πραγματικών αξιών ( αρχαιολογικών, ιστορικών, λαογραφικών ), οι αρχαιολογικοί χώροι μας φέρνουν αντιμέτωπους με πραγματικές και επώδυνες επιλογές, και ‘μετράνε’ την αξία τους με το σημερινό νόμισμα. Με αυτήν την έννοια, το μουσείο της πόλης της Αθήνας πάνω από ένα ζωτικό μέλος του διαχρονικού σώματος της πόλης – του τόπου της Ακαδημίας Πλάτωνος - είναι υποκριτικό, αντιφατικό, ανόητο ( χωρίς νόημα) και σίγουρα ηθικά απαράδεκτο ως άλλοθι για απώλειας του πραγματικού τόπου – ένα πολιτιστικό κτήριο, που καταστρέφει τον πολιτισμό.
Αυτή η ζώσα και αντιδρώσα ενέργεια των αξιών ως πραγματική παρουσία χρήζει μιας εξίσου πραγματικής διαχείρισης μέσω συγκεκριμένων σχεδιαστικών πράξεων. Ακόμα και αν είναι δύσκολο έως αδύνατον να διατυπωθούν οι αξίες θεωρητικά, ο σχεδιασμός ως έμπρακτη διαχείριση μπορεί να αναδείξει τις αξίες του χώρου με το ίδιο μέσο, το σχεδιασμό ανάδειξης αυτού του χώρου. Είναι προφανές ότι ο σχεδιασμός ως έμπρακτη διαχείριση αξιών δεν έχει καμιά σχέση με τον όρο ‘τακτοποίηση’ , που σαφώς υπαινίσσεται την επιβολή μιας έξωθεν τάξης στο χώρο. Εξωθεν, γιατί προέρχεται από αλλού, έχει αλλότρια κίνητρα, προθέσεις, βλέψεις. Εξωθεν, ακόμα και αν πρόκειται για καλοπροαίρετα οράματα ωραιοποίησης. Εξωθεν, γιατί δεν θα συνδιαλέγονται με τις ανάγκες αξιακής ανάδειξης του τόπου, γιατί δεν θα προέρχονται από τη συνομιλία με τον τόπο αυτό. Εξωθεν, γιατί θα είναι στην καλύτερη περίπτωση – ακόμα και αν δεν είναι εκμετάλλευση – διαχείρηση της γης ως οικονομικού αγαθού και όχι διαχείριση του τόπου ως πολιτισμικού αγαθού.
Ακόμα και η ανάπλαση ως όρος θα πρέπει να νοηθεί όχι ως επιβολή ενός συγκεκριμένου σχήματος αλλά ως ανάπλαση ενός υπάρχοντος τόπου και να επικεντρώνεται ως σχεδιαστική διαδικασία σε αυτό που αναπλάθεται συνδιαλεγόμενη με αυτό.
Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να σκεφτούμε από μέσα προς τα έξω, από τον αρχαιολογικό χώρο προς την περιβάλλουσα περιοχή αναγνωρίζοντας τα διαχρονικά όριά του, το ζωτικό του χώρο, τον αναγκαίο για τηνανάδειξή του περιβάλλοντα χώρο, ώστε να μπορέσει να συνυπάρξει με τους δικούς του όρους , όπως άλλωστε το θέλουμε, εξίσου με όλες τις άλλες αξίες που εκτιμούμε, θέλουμε και αγωνιζόμαστε γι’αυτές. Τότε, ίοως μπορέσουμε να θεωρηθούμε επάξια κάτοικοι ενός τόπου – και είναι ήδη προφανές νομίζω ότι θάθελα να με συγκαταλέξετε σ’ αυτούς του κατοίκους.
Vg / 3.3.2010

__________

Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια Αρχιτεκτονική Σχολή, ΕΜΠ

« Ακαδημία Πλάτωνος και ευρύτερη περιοχή: Τακτοποίηση ή ανάπλαση;».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η Ακαδημία χρωστούσε το όνομα της στον Ακάδημο, ένα τοπικό ήρωα προς τιμήν του οποίου ανεγέρθηκε ένα ηρώο ή ιερό. Οι έλληνες αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει εκεί τα παρακάτω σημαντικά αρχαία κτίσματα. 1. Θεμέλια Πρωτοελλαδικής Οικίας (2.300-2.000 π.Χ.) ημιελλειψοειδούς τύπου, που αποτελείται από πρόδομο θάλαμο και ένα βοηθητικό χώρο (οπισθοδομή). Στη βορειοανατολική γωνία ανευρέθη αποθέτης με όστρακα πρωτοελλαδικής εποχής. Η πρωτοελλαδική αυτή οικία θεωρείται ότι ανήκε στον πρώτο οικιστή της περιοχής, τον ήρωα Ακάδημο. 2. Ιερά Οικία Γεωμετρικής Εποχής (8ος αι. π.Χ.) κατασκευασμένη με πλίνθους, που αποτελείται από 7 δωμάτια και ένα διάδρομο. Στον εσωτερικό και τον εξωτερικό χώρο βρέθηκαν κατάλοιπα θυσιών
Το όνομα Ακαδημία Πλάτωνος δόθηκε για πρώτη φορά σε ένα Γυμνάσιο στη ΒΔ πλευρά της πόλης των Αθηνών, εκτός των τειχών, δηλαδή σ’ ένα ανοιχτό χώρο με διάφορες κατασκευές όπου άνδρες Αθηναίοι, ιδιαίτερα νέοι, που έρχονταν για τη στρατιωτική τους υπηρεσία και μπορούσαν να ασκηθούν σε αθλήματα εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, τα περισσότερα των οποίων σχετίζονταν με στρατιωτικές δεξιότητες. Το Γυμνάσιο της Ακαδημίας ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένας δημόσιος θεσμός. Δεν έχουν βρεθεί εγκαταστάσεις συναφείς με τους αγώνες δρόμου, την πάλη ή την πυγμαχία που λάμβαναν χώρα εκεί. Λόγω της συνάθροισης των νέων στο χώρο αυτό, οι φιλόσοφοι επέλεγαν το Γυμνάσιο της Ακαδημίας για να συναντήσουν ομάδες ακροατών ή/και μαθητών.
Όταν ο Πλάτων εγκαταστάθηκε σε ιδιόκτητη γη απέναντι από την Ακαδημία ο όρος επεκτάθηκε για να περιλάβει και τη φιλοσοφική σχολή : Ακαδημία Πλάτωνος ( γύρω στο 388-387 π.Χ.). Τελικά η Ακαδημία απέκτησε μια πιο γενική σημασία, που αναφέρεται σ’ ένα εκπαιδευτικό ή ερευνητικό θεσμό. Το Γυμνάσιο της Ακαδημίας αποτελούσε μια ενότητα κτισμάτων και αθλητικών χώρων διάσπαρτων μέσα σε λαμπρό εκτεταμένο άλσος και κήπους. Είχε ιερά, βωμούς, αγάλματα και άλλα μνημεία, όπως βωμό του Προμηθέα, βωμό του Έρωτα και ένα ιερό της Αθηνάς με τις ιερές ελιές της θεάς.
Ο χώρος συνδέθηκε, έτσι, με τις ιερές εκδηλώσεις των Παναθηναίων. Την πέμπτη ημέρα των Παναθηναίων γινόταν μικρή νυχτερινή γιορτή με μουσική, τραγούδι και χορό. Προσφερόταν την αυγή θυσία στην Αθηνά και στον 'Έρωτα στην Ακαδημία, και η ιερή φωτιά μεταφερόταν με μια λαμπαδηδρομία, μια σκυταλοδρομία δηλαδή από ομάδες των 40 δρομέων από τις 10 φυλές. Η διαδρομή που ακολουθούσαν ήταν από τον πλατύ δρόμο της Ακαδημίας, μέσω του Διπύλου και της Αγοράς, μέχρι τον μεγάλο βωμό της Αθηνάς στην Ακρόπολη.
Κοντά στην Ακαδημία, από την άλλη πλευρά της σημερινής οδού Λένορμαν, ένας ασβεστώδης λοφίσκος δείχνει την τοποθεσία της παλιάς συνοικίας του Κολωνού, που ήταν γνωστή με το όνομα Κολωνός Ιππείος για να ξεχωρίζει από τον Κολωνό Αγοραίο, κοντά στην Αγορά. Ο Σοφοκλής γεννήθηκε στο δήμο αυτό και τον έκανε αθάνατο με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».
H σύνδεση της Ακαδημίας Πλάτωνος
μέσω του Δημόσιου Σήματος
με τον Κεραμεικό και την Αρχαία Αγορά
H σχέση με τον Ιππείο Κολωνό
Στους χάρτες που παρουσιάζει ο Ιωάννης Τραυλός στο έργο του «Πολεοδομική Εξέλιξις των Αθηνών» φαίνεται η σχέση της εντός των τειχών πόλης των Αθηνών με την Ακαδημία Πλάτωνος.
Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει αναδείξει τον χώρο πλην της Πρωτοελλαδικής Οικίας και της Ιεράς Οικίας Γεωμετρικής Εποχής. Δεν υπάρχουν ούτε καν επιγραφές στους άλλους ανασκαφέντες χώρους
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Εδώ και πολλούς μήνες η Επιτροπή Κατοίκων της Ακαδημίας Πλάτωνος έχει κινητοποιηθεί για να σταματήσουν οι παράνομες οικοδομικές δραστηριότητες (κτίριο Υπηρεσιών Νομαρχίας και κτίριο γραφείων της εταιρίας ΑΚΤΩΡ). Οι πιέσεις οδήγησαν τον Δήμο Αθηναίων στην αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και στην κατάθεση από τη Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως του Τμήματος Πολεοδομικών Μελετών «Μελέτης Πολεοδομικού Ανασχεδιασμού της γειτονιάς Ακαδημίας Πλάτωνος και της περιοχής που περιβάλλει τη γειτονιά και το αρχαιολογικό άλσος στο 4ο Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων».
Το σχέδιο αποτυπώνει την υφιστάμενη κατάσταση του αστικού ιστού που περιβάλλει το Αρχαιολογικό Άλσος, το οποίο ορίζεται με πράσινο χρώμα. Η περιοχή παρέμβασης οριοθετείται από την μπλε γραμμή.
Όπως φαίνεται, το άλσος διακόπτεται από οικοδομικά τετράγωνα , που εισχωρούν και το κατακερματίζουν και διατρέχεται από την οδό Κρατύλου η οποία έχει μετατραπεί σε αυτοκινητόδρομο.
Η μελέτη στηρίζεται στην εφαρμογή του Ρυμοτομικού Σχεδίου 1968, πλήρως αναντίστοιχου με τα σημερινά δεδομένα. Αποδέχεται την οικοδόμηση του Μουσείου της Πόλης των Αθηνών εντός του Αρχαιολογικού Άλσους, πράγμα που απαγορεύεται γιατί ο χώρος είναι χαρακτηρισμένος πράσινος. Εντάσσει στις περιοχές που μπορούν να οικοδομηθούν το οικόπεδο της εταιρίας ΑΚΤΩΡ, ενώ αποτελεί καταφανώς τμήμα του αρχαιολογικού χώρου, όπως άλλωστε προβλέπει το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο.
Η μελέτη του Δήμου Αθηναίων αποτελεί μια τακτοποίηση πλήρως προσαρμοσμένη στην υπάρχουσα κατάσταση. Δεν ενδιαφέρεται για τη διεύρυνση των ορίων του Αρχαιολογικού Άλσους, για τη διαμόρφωση της περιβάλλουσας περιοχής ώστε τα όρια επαφής της με τον αρχαιολογικό χώρο να αρμόζουν στη θέση της και δεν συνδέει το άλσος με το ευρύτερο δίκτυο των ενοποιημένων αρχαιολογικών χώρων (Δημόσιο Σήμα, Κεραμεικός και Ιππείος Κολωνός ). Όσον αφορά τον σχεδιασμό της ίδιας της γειτονιάς είναι και αυτός εξαιρετικά προβληματικός.
Από όλες αυτές τις απόψεις προκύπτει η ανάγκη να αναζητηθούν οι αρχές μιας άλλης προσέγγισης του χώρου που θα αναδεικνύουν την παγκόσμια σημασία του Αρχαιολογικού Άλσους, θα το εντάσσουν στο δίκτυο των αρχαιολογικών χώρων και θα αντιμετωπίζουν τη περιβάλλουσα γειτονιά ως μέρος μιας ευρύτερης ανάπλασης. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει μια νέα μελέτη με τη συνεργασία Δήμου Αθηναίων, ΥΠΠΟ, ΥΠΕΚΑ (ΟΡΣΑ) και ΕΕΑΧΑ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο το Ρυμοτομικό Σχέδιο 1968 και να επιδιώκεται η εφαρμογή του, όπως κάνει η μελέτη του Δήμου Αθηναίων. Ιδιαίτερα στην περιοχή ΒΙΟΠΑ, δηλαδή μια έκταση περίπου 395στρεμ., που σύμφωνα με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου δεν είναι «γειτονιά» αλλά προσδιορίζεται ως Βιοτεχνικό Πάρκο και στην οποία δεν έχει υλοποιηθεί το Ρυμοτομικό Σχέδιο, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 15 του νόμου 2508/97 περί αναπλάσεων. Έτσι θα εξασφαλιστούν από τις μεγάλες ιδιοκτησίες της συγκεκριμένης περιοχής εισφορές σε γη , οι οποίες θα μπορούσαν μαζί με τις αναγκαίες απαλλοτριώσεις , να αποδώσουν το αναγκαίο απόθεμα δημόσιας γης για μια πραγματική ανάπλαση του Αρχαιολογικού Άλσους και της περιβάλλουσας περιοχής.
Από τα παραπάνω προκύπτει ανάγλυφα η διαφορά μεταξύ «τακτοποίησης» και «ανάπλασης» και η ανάγκη να επιλεγεί και θεσμικά ο δεύτερος δρόμος , ώστε μέσα από τον ανασχεδιασμό να διευρυνθεί και αναδειχθεί το Αρχαιολογικό Άλσος και να αποκτήσει η περιβάλλουσα γειτονιά τις αναγκαίες κοινωνικές υποδομές αλλά και τη χωρική μορφή που αρμόζει στη θέση της. Άλλωστε και η Επιτροπή Κατοίκων της Ακαδημίας Πλάτωνος αναγνωρίζει και προβάλλει τον υπερτοπικό και παγκόσμιο χαρακτήρα του συγκεκριμένου τόπου.

________

Ιδεολογία, Μνήμη, Σχεδιασμός. Τρία πρόσωπα εξερευνούν το σύγχρονο ιστό και τις πρότερες εικόνες του.
Γιακουμάκη Ελένη, Σταθοπούλου Αφροδίτη, Χόντος Χρήστος
Η παρούσα μελέτη διερευνά την αλληλοσυσχέτιση του σύγχρονου ιστού με τις πρότερες εικόνες του. Αφορμή αποτέλεσε ο νοητός άξονας Κεραμεικού - Ακαδημίας Πλάτωνος, πάνω στη χάραξη του αρχαίου Δημοσίου Σήματος, που αποτελεί και μέρος της διπλωματικής μας εργασίας. Στη διαδρομή αυτή, αποκαλύπτονται πολλαπλές παράλληλες τοπογραφίες που εμφανίζονται ως απενεργοποιημένα τμήματα μέσα από σποραδικές διαρρήξεις.
Ως σχεδιαστές, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ζήτημα που σχετίζεται με την ανάπτυξη του αστικού ιστού και την ταυτόχρονη διαχείριση ενός αποσπασματικά εμφανιζόμενου παρελθόντος. Καθώς αυτό το ζήτημα ανακύπτει σε πολλαπλά σημεία μιας ιστορικής πόλης όπως η Αθήνα, κάτι τοπικό ανάγεται σε κάτι τυπικό. Οι αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις, που εμφανίζονται ευκαιριακά στο παρόν, καθιστούν τις τοπογραφίες αυτές σημερινά θραύσματα ενός πρότερου όλου. Αναγνωρίζουμε, λοιπόν, ως θραύσματα τα τμήματα εκείνα που με την αποκάλυψή τους συνιστούν μη-οργανικά πολεοδομικά υποσύνολα σε άμεση διαπλοκή με τη σημερινή πόλη.
Η μέθοδος ανάλυσης έχει ως σημείο εκκίνησης την πρώτη, αισθητηριακή επαφή με τον πραγματικό χώρο και αποσκοπεί μέσω μιας κυκλικής πορείας να διατυπώσει μία νέα συνθήκη για αυτόν. Συστήνονται τρεις πρακτικές, τρία πρόσωπα με διαφορετικό πλαίσιο αναφορών: Ο περιπατητής που, σύμφωνα με την ιδεολογία του, εξερευνά το σχήμα του αστικού ιστού αισθητηριακά. Ο μελετητής που αναλύει, αξιολογεί και επιλέγει στοιχεία που συνθέτουν τη συλλογική μνήμη. Και ο σχεδιαστής που συνθέτει με εργαλείο τα παραπάνω τις στρατηγικές και τις δομές που τελικά διαμορφώνουν το χώρο.


►Η κίνηση στην πόλη υποδεικνύει τη δυνατότητα της διάσχισης, της διασταύρωσης, της συνοχής και της συνέχειας. Η φαινομενική -λοιπόν- ασυνέχεια που χαρακτηρίζει τις πρότερες τοπογραφίες, συμβαίνει ακριβώς γιατί το ορίζει η τροχιά του περιπατητή, η οποία προκειμένου να μείνει συνεχής, περιορίζεται στο επίπεδο της σημερινής πόλης. Έτσι, τα τμήματα αυτά, εγκαθίστανται στη συνείδηση ως θραύσματα.
Στα σημεία αλληλοδιείσδυσης των διαφορετικών τόπων, που ανταγωνίζονται, δημιουργούνται ρηγματώσεις που σταματούν τον περιπατητή ακριβώς στις γραμμές των συνεχώς επαναπροσδιοριζόμενων ορίων. Η έννοια του ορίου προϋποθέτει και την έννοια του μερισμού· την κατανομή της κάθε διαστρωμάτωσης, τον ορισμό της αλληλοδιαδοχής τους και τον καθορισμό της σχέσης τους με το όλον.
Στα θραύσματα που καλύπτονται ή φανερώνονται αποσπασματικά απ’ τη σημερινή πόλη- τα όρια είναι αυστηρά σχηματοποιημένα. Σ’ όλη την υπερκείμενη χάραξη μεταξύ Κεραμεικού και Ακαδημίας Πλάτωνος, που καλύπτει το Δημόσιο Σήμα, απαντώνται αρχαίες τοπογραφίες ως αποσπασματικά ευρήματα ανάμεσα στις πυκνοδομημένες πολυκατοικίες. Η σύγχρονη πόλη ρηγματώνεται με δικούς της όρους. Το όλον εδώ οριοθετεί το θραύσμα. Οι πρότεροι αυτοί σχηματισμοί μοιάζουν με σημερινά «αρχαία οικοδομικά τετράγωνα».
Στην προσπάθεια συγκρότησης μίας ταυτότητας, επιλεκτικά στιγμιότυπα της ματιάς φέρνουν ακόμη πιο κοντά τα ετερόκλιτα στοιχεία που συγκροτούν τον τόπο. Ενώ η κίνηση εντοπίζει υποσύνολα του όλου με μία ροϊκή αλληλοδιαδοχή, η ματιά καταστέλλει τους συνδέσμους μεταξύ εικόνων του συνόλου. Η εμπειρία που εν τέλει αποκομίζεται μοιάζει θραυσματική, καθώς κανείς βιώνει όλες τις συγκρουόμενες διαστρωματώσεις που απαρτίζουν έναν τόπο άμεσα και συγκεχυμένα. Την ίδια ετερόκλιτη ατμόσφαιρα συναντά κανείς και στη γειτονιά της ακαδημίας Πλάτωνος.
Αυτό όμως που δημιουργεί τις αντιφάσεις δεν είναι τόσο οι διαστρωματώσεις που θραυσματοποιούνται αλλά καθαυτή η προσπάθεια του περιπατητή να ερμηνεύσει τον τόπο. Η ματιά μοιάζει να απαθανατίζει επιλεκτικά, «σκοπεύει» · καθώς ο περιπατητής σκέπτεται όταν ταυτόχρονα βλέπει. Αναφέρει ο Καλβίνο: «Σπανίως το μάτι σταματά σε κάποιο πράγμα και τούτο συμβαίνει μόνο όταν το αναγνωρίζει ως σημάδι ενός άλλου πράγματος.»
Οι νοητικές εικόνες που γεννώνται με τους συνειρμούς του περιπατητή είναι μέρος της διαδικασίας οικειοποίησής του με τον εκάστοτε τόπο.
Έτσι, τα αποσπασματικώς εμφανιζόμενα θραύσματα μπορούν να αυτονομηθούν αποκτώντας δικό τους συμβολικό χαρακτήρα. Κάποια από αυτά μπορούν να επιφορτιστούν επιπλέον με νόημα. Μία σύγχρονη τοποθεσία μπορεί να μοιράζεται το ίδιο όνομα με μία προϋπάρχουσα τοπογραφία με την οποία συνέπιπτε!
Τα θραύσματα της αρχαιότητας όμως βρίσκουν στο σύνολό τους μία θολή ενοποίηση στη συλλογική συνείδηση με την ονομασία «αρχαία». Γίνεται συνεπώς ένα είδος ανακατάταξης ή μεταστροφής του χώρου μέσω των συνειρμών ή μέσω του νοήματός του, το οποίο μπορεί να είναι υποκειμενικό, συλλογικό ή και προϊόν χειραγωγήσης. Έχει δε να κάνει με έννοιες σύμφυτες με την προσωπική ανάμνηση ή την συλλογική και την κατασκευασμένη μνήμη.

►Ο Rossi, θεωρεί ότι «… η πόλη είναι ο «locus» - ο τόπος- της συλλογικής μνήμης». Έτσι γίνεται το πεδίο καταγραφής των δράσεων και των επιδιώξεων μιας κοινωνίας, αλλά και το πεδίο ανατροφοδότησής τους.
Όπως αναφέρει ο Σταυρίδης η σχηματοποίηση της συλλογικής μνήμης στην νεωτερική εποχή έχει τη δύναμη «να επισημαίνει αλλαγές, ασυνέχειες, ρήξεις» και «να αντιμετωπίζει τις χωρικές συσχετίσεις όχι ως παγιωμένους φορείς αναμνήσεων, αλλά ως πεδία ανάπτυξης χρονικών συσχετίσεων».
Το θραύσμα, ως στοιχείο που αντιστέκεται στο χρόνο, φέρει στη δομή του το αποτέλεσμα μιας αστικής μεταβολής και γίνεται, συνεκδοχικά, πυκνωτής μνήμης. Συστήνει εκτός από τον ορατό (θετικό) χώρο και έναν αφανή (αρνητικό) .
Με το θραύσμα στο ανώτατο επίπεδο του εδάφους να αποτελεί την απόδειξη της παρουσίας του, το αφανές στοιχειοθετείται ως ένα σύνολο απολεσθέντων ή άγνωστων εικόνων και δομών.
Το θαμμένο στο συλλογικό συνειδητό μπορεί να παρομοιαστεί τοπολογικά ως το υπόγειο και χθόνιο. «…οι ξεχασμένοι χώροι κάτω από την πόλη αποτελούν το υλικό του ιστορικού της αποθέματος ή την υπόμνηση ανολοκλήρωτων σχεδίων και φαντασιώσεων».



Το αφανές όμως ορίζει μια σχέση αποστασιοποίησης με το φανερό παρόν· πάντα υπεκφεύγει. Ανοίγεται έτσι ένα φανταστικό πεδίο υποθέσεων και οραματισμών. Πολλές φορές, η πόλη διαρρηγνύει το υπέδαφος είτε εκτεινόμενη προς τα κάτω (έργα Μετρό) είτε θέτοντας νέες βάσεις προς τα πάνω (θεμέλια νέων κτισμάτων). Το άγνωστο μπορεί πάντα να απελευθερωθεί συμπτωματικά ως έκπληξη.
Ο Calvino μιλά για μια αόρατη πόλη όπου το «αόρατο τοπίο επηρεάζει το ορατό,
ό,τι κινείται κάτω από τον ήλιο εξαρτάται από το κύμα που χτυπάει εγκλωβισμένο κάτω από τον ασβεστώδη ουρανό του βράχου»
Το φανταστικό επίπεδο συχνά επικαιροποιεί την εκδοχή της εικόνας του όλου αλλά και καθορίζει τις κινήσεις στο πραγματικό. Όταν το φανταστικό αποκαλύπτεται , το πραγματικό πολλές φορές υποχωρεί. Έτσι, η σήραγγα του Μετρό μετατοπίζεται ώστε να αφήσει ανέπαφο τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η ανέγερση πολυκατοικίας σταματά όταν αποκαλύπτεται τμήμα του Δημοσίου Σήματος. Η έκπληξη της εμφάνισης του απόντος δεν είναι πάντα ευχάριστη- ή μάλλον τα συναισθήματα που δημιουργούνται είναι ανάμεικτα. Από τη μία βρίσκεται ο φόβος της απώλειας της ιδιοκτησίας και της τροποποίησης του έργου και από την άλλη η συνεισφορά στο πολιτιστικό γνωστικό πεδίο.
Η αλληλεξάρτηση ορατού αόρατου οξύνεται όταν το αόρατο αποκαλύπτεται και αναζητά τη θέση του στο αστικό πεδίο. Το γεγονός ότι κάτι πρότερο -«αρχαίο»- κινείται στο υπέδαφος έχει ριζωθεί αρκετά στενά στον χαρακτήρα της Αθήνας και καταλαμβάνει μια συνολική μορφή στη συλλογική συνείδηση. Το παράδοξο εδώ εμφανίζεται ως εξής: η Αθήνα περιέχει και οικειοποιείται το αφανές στο σύνολό της, στη μεμονωμένη όμως πρακτική εμφανίζεται ξένη και εχθρική ως προς αυτό.



Η εξ’ ορισμού αποστασιοποίηση ενός παρελθόντος σε σχέση με ένα ζωντανό παρόν που διεκδικεί την ανάπτυξή του μέσα από την καθημερινότητα, καθιστά το πρώτο ανοίκειο. Η σχέση και η σύνδεση των δύο όσον αφορά στη χωρική τους έκφραση, υπόκειται σε μια συνεχή αναδιατύπωση. Το ζήτημα παραμένει πέρα από νοηματικό, κατά βάση χωρικό και κατ επέκτασιν αποτελεί ζήτημα σχεδιαστικής προσέγγισης.
►Η έρευνα και ο σχεδιασμός διέπονται από μια συμπληρωματική σχέση με το ένα πεδίο να τροφοδοτεί τον χώρο δράσης του άλλου. Σε αυτό το σχήμα η ανασκαφή και ο σχεδιασμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην πρώτη διαρρηγνύεται η σημερινή πόλη, επιχειρώντας την εξερεύνηση του μνημονικού χώρου του υπεδάφους. Η δεύτερη αναφέρεται στην διαχείριση του χώρου αυτού και την προβολή του στο παρόν.
Ξηλώνει κανείς το «αστικό» πουλόβερ ή όχι? Αυτό είναι το δίλημμα που παρακολουθούμε όταν διαρρηγνύοντας την πόλη αποκαθίσταται μια αμφίβολη συνέχεια ενός υποστρώματος, που διαταράσσει ταυτόχρονα τη συνοχή του σύγχρονου αστικού ιστού.
Θα δούμε-μέσω προτάσεων-την διαχρονική διαχείριση του διλλήματος αυτού, με αφετηρία το Τρίγωνο των Κλεάνθη-Schaubert. Στο σχέδιο τους για την νέα πρωτεύουσα προσδιορίζουν τους όρους μιας διπλής αναφοράς, μιας άμεσης –οπτικής- και μιας ιδεατής. Τα διάσπαρτα σημεία της αρχαίας τοπογραφίας καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την τελική γεωμετρική διατύπωση, τις επιμέρους απόψεις, και γενικότερα την εμπειρία του κινούμενου παρατηρητή μέσα στον -υπό σύσταση- αστικό χώρο της Αθήνας.
Σημαντικό σταθμό, αποτελεί και το εγχείρημα της αρχαίας αγοράς. Αναλύεται σε τρία στάδια, την απαλλοτρίωση μιας μεγάλης έκτασης στο κέντρο της πόλης, την ανασκαφή και ανάλυσή της, και τέλος την ανασυγκρότηση του πραγματικού χώρου ως αναπαράσταση του μνημονικού. Αργότερα, η αύξηση των ελεύθερων χώρων, λόγω των ανασκαφών στην Αγορά, τον Κεραμεικό και την Ακαδημία Πλάτωνος, θα σχηματίσει στον αρχιτέκτονα-πολεοδόμο Κώστα Μπίρη, την ιδέα ενός εκτεταμένου αρχαιολογικού πάρκου, που θα ενώνει σε ένα σύνολο τους περιχαρακωμένους και στατικούς αρχαιολογικούς χώρους .
Ανάλογα κινείται στην πρότασή του και ο Giorgio Grassi, στο πλαίσιο του προγράμματος Ηρακλής. Στη μορφή της αρχαίας Αθήνας, διαβάζει δυο συνιστώσες, τη μνημειακή σαφήνεια των τόπων της, και εκείνη των διαδρομών που τη συνέδεαν με την ευρύτερη περιοχή. Αυτή (!!) προσπαθεί να αποκαταστήσει, ανασυστήνοντας το Δημόσιο Σήμα και την διαδρομή από το Δίπυλο στον λόφο του Κολωνού. Τα ανοιχτά αρχαιολογικά πάρκα που συστήνει ως ρήγματα, πλέκονται ενεργά με τις λειτουργίες του αστικού ιστού επιδιώκοντας την συνέχειά του.
Σε αυτό το σημείο, δεν πρέπει να λησμονήσουμε τις διαμορφώσεις του Δημήτρη Πικιώνη στο τοπίο του Φιλοπάππου. Εκεί ο αρχιτέκτων σχηματίζει μια διαδρομή- αφήγηση πάνω στο αρχαίο χνάρι, εισάγοντας τη διαδοχή σχεδιαστικών επεισοδίων κατά την ροή του χρόνου σε μια νοηματική αλληλουχία. Διατυπώνει μια συσχέτιση που θα μπορούσε να διατηρεί το τοπολογικό, ιστορικό και φυσικό περιβάλλον, εμφανές και εν ζωή μέσα στην σύγχρονη πόλη.




Πιο πρόσφατα, συναντούμε το πρόγραμμα Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Σκοπός του ήταν να ανασυνταχθεί το κέντρο της πόλης με βάση μια ραχοκοκαλιά, που συγκροτούν οι διάσπαρτοι αρχαιολογικοί της χώροι, αποκτώντας ταυτόχρονα, συνοχή και συνέχεια. Οι ετερόκλιτοι στόχοι, η έλλειψη κοινού πλαισίου καθώς και οι θεσμικές ιδιαιτερότητες, καθιστούσαν πολλές από τις προτάσεις αυτές ανεφάρμοστες. Το πρόγραμμα κατέληξε -αντίθετα από τις προγραμματικές του δηλώσεις- σε ένα νέο αυτοπροσδιορισμό των ορίων των αρχαιολογικών χώρων. Όταν η ιστορική διάσταση του αστικού χώρου εγκλωβίζεται στο ιστορικό κέντρο, οι όροι της διάχυσης ανάμεσα στην συλλογική μνήμη και την βιωμένη εμπειρία παραμένουν λανθάνοντες. Το κλειστό αυτό σύστημα, με τους όρους που ανασυστήνεται, απευθύνεται πια στον καταναλωτή-τουρίστα και όχι στον πολίτη και τις ανάγκες του.
►Τα θραύσματα αποτελούν -δυνάμει- την πρώτη ύλη μιάς σχεδιαστικής διαδικασίας. Προσδίδουν στο χώρο σημασία και ποιότητα· είναι πυκνωτές νοήματος και ταυτότητας, ενώ κείτονται ανενεργά προς τις σύγχρονές αναγκαιότητες. Ο μνημονικός τους χώρος είναι πλούσιος σε ερεθίσματα ενώ ο πραγματικός τους ιδιαίτερα αξιοποιήσημος. Συνεπώς, αν «κοιτάμε» το μέρος είναι για να κατανοήσουμε το όλον, ενώ αν «κοιτάμε» το πρότερο είναι για να διαπραγματευτούμε με το σύγχρονο.
Πώς όμως μπορούμε να αξιοποιήσουμε τους απενεργοποιημένους αυτούς χώρους παραγωγικά στο σήμερα? ________Και είναι άραγε διαφορετικός ο τρόπος που τους αντιλαμβάνεται εκείνος που περπατά στην σύγχρονη πόλη από αυτόν που μελετά τη σημασία τους ή από εκείνον που προτείνει σχεδιαστικές επιλύσεις? Η διαδικασία ανάλυσης που ακολουθήθηκε χρησιμοποιεί ρητά τα τρία πρόσωπα περισσότερο ως τρεις διακριτές εκφάνσεις ενός προσώπου, που φθάνουν στο ίδιο συμπέρασμα σκιαγραφώντας τη σχέση της σύγχρονης πόλης με τις πρότερες (πόλεις) εντός της.

Τα ζητήματα που πραγματευτήκαμε, εμφανίζονται επικαιροποιημένα στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος! Εκεί παρουσιάζεται το αίτημα για την δικαίωση και αποκατάσταση στο χώρο - μιας ακαθόριστης κληρονομιάς, σε ένα εξίσου ασαφές καθεστώς αναπτυξιακής διαδικασίας.
Το στοίχημα μίας σχεδιαστικής πρακτικής έγκειται στην εύρεση μίας λεπτής ισορροπίας που θα αναδεικνύει την ταυτότητα του χώρου, χωρίς να υποκύπτει είτε στην ιστορικίστικη ρητορεία είτε στην αισθητικοποίηση του κατακερματισμού της πόλης, ενώ θα έχει ως γνώμονα σύγχρονα αιτήματα. Οι αρχαιολογικοί χώροι μέσα στην πόλη , δεν μπορούν να παγώνουν σε κλειστά συστήματα γιατί ξεπερνώνται κάθε φορά οι όροι της αλληλοσυσχέτισης με τον σύγχρονο ιστό! Καθώς η σημερινή Αθήνα βρίσκεται σε μία φάση συνεχούς ανολοκλήρωσης, αναζητούμε πλέον ανοιχτές δομές που θα συσχετίζουν κάθε φορά τα ετερόχρονα θραύσματα τόσο ως στιγμιότυπα στο γεωγραφικό χώρο, σε ένα παρόν – όσο και στον άξονα του χρόνου, ως διαδικασίες παράλληλες με την εξέλιξη της πόλης και των κατοίκων της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: